jep  Oct.25.2014

 

Σπάνια σκηνοθέτες είναι τόσο βαθιά πολιτικοποιημένοι όσο οι αδελφοί Νταρντέν. Κύριος άξονας κάθε ταινίας τους η ρεαλιστική και αποστασιοποιημένη παρουσίαση καταστάσεων της καθημερινότητας όπου ο ανθρωπισμός και η αλληλοβοήθεια έχουν τον πρώτο ρόλο. Ποτέ δεν προχωρούν σε μία μονοδιάστατη ανάλυση της ανθρώπινης φύσης, αποφεύγουν να χαρακτηρίσουν τους ανθρώπους ανάλογα με τις πράξεις τους και προσπαθούν να αναδείξουν τις συνθήκες που συνθέτουν την πραγματικότητα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του έργου τους αποτελεί η τελευταία τους ταινία, “Two days, one night”, ίσως η πιο ολοκληρωμένη τους δουλειά. Μία ταινία ιδιαίτερα πρωτότυπη όσον αφορά ένα κινηματογραφικό σενάριο αλλά υπερβολικά κοινότυπη όσον αφορά την πραγματική ζωή, γι’ αυτό και καταφέρνουν τόσο αβίαστα να μας τοποθετήσουν στη θέση της πρωταγωνίστριας. Ταυτόχρονα η ερμηνεία της Κοτιγιάρ, η οποία είναι άξια θαυμασμού, συμβάλλει αποφασιστικά σε αυτή την προσπάθεια και επιβεβαιώνει την άποψη ότι είναι μία από τις καλύτερες σύγχρονες ευρωπαίες ηθοποιούς.

 Συνοπτικά η πλοκή περιστρέφεται γύρω από μία γυναίκα η οποία ξεπερνώντας σιγά σιγά την κατάθλιψη επιθυμεί να επιστρέψει στην εργασία της μετά από την αναρρωτική άδεια που της έχει δοθεί . Ωστόσο στους συνάδελφούς της θα τεθεί ένα εκβιαστικό δίλλημα, θα πρέπει να αποφασίσουν μέσω ψηφοφορίας ανάμεσα στη συνάδελφό τους ή στο μπόνους που θα λάβουν με την απόλυσή της. Κάπου εκεί η πρωταγωνίστρια με τη στήριξη της οικογένειάς της και ορισμένων συναδέλφων της θα χτυπήσει την πόρτα του καθενός σε μία προσπάθεια να τους πείσει να ψηφίσουν υπέρ της.

 Tι κάνει όμως αυτή την ταινία τόσο ξεχωριστή;  μετά από κάθε ανάλυση θα καταλήγαμε σίγουρα στο ίδιο συμπέρασμα, φυσικά η ιδιαίτερη ματιά των αδερφών Νταρντέν πάνω στον άνθρωπο και στις κοινωνικές σχέσεις. Παρουσιάζοντάς μας μία κατάσταση πλήρως ρεαλιστικά και όσον το δυνατό αποστασιοποιημένα, καταφέρνουν μέσα σε μιάμιση ώρα να δημιουργήσουν μία πραγματικότητα τόσο οικεία σε όλους μας. Πρόκειται για μία αναζήτηση ανθρωπιάς και αλληλεγγύης  μέσα σε συνθήκες κοινωνικού και εργασιακού κανιβαλισμού. Αντικείμενο ανάλυσης και κριτικής τους είναι πάντα οι συνθήκες που οδηγούν τον άνθρωπο να δράσει κατά συγκεκριμένο τρόπο και όχι ο ίδιος ο άνθρωπος. Πιο συγκεκριμένα, αποφεύγουν να ασκήσουν έντονη κριτική στην επιλογή του προσωπικού οφέλους. Αντίθετα προσπαθούν ως ένα βαθμό να δικαιολογήσουν την επιλογή αυτή, αναδεικνύοντας την απάνθρωπη φύση και τις "κανιβαλιστικές" τάσεις του καπιταλισμού. Φυσικά, δεν θεωρούν ότι ο άνθρωπος είναι άμοιρος ευθυνών, μέσα σε όλη αυτήν την κατάσταση υπάρχουν ορισμένοι που επιλέγουν να σταθούν δίπλα σε μία γυναίκα που προσπαθεί να διεκδικήσει τη ζωή της, που παλεύει για να μπορέσει να ανταπεξέλθει συναισθηματικά και σωματικά και που ταυτόχρονα δεν παύει να δικαιολογεί τις επιλογές των συναδέλφων της.

Ένα άλλο σημείο που πρέπει να σταθούμε είναι η ψυχολογική κατάρρευση της πρωταγωνίστριας, αποτέλεσμα μίας ιδιαίτερα ασφυκτικής κατάστασης στην οποία μοιάζει παγιδευμένη. Μητέρα, σύζυγος και εργαζόμενη προσπαθεί να ανταπεξέλθει στον τριπλό της ρόλο μέσα σε μία συνεχόμενη  αποπνικτική ρουτίνα. Μέσα σε συνθήκες πλήρους αποξένωσης από τη δουλειά της αλλά και από τη ζωή της η κατάθλιψη φαντάζει ως ένα λογικό επακόλουθο ενός ανθρώπου που αρνείται να αποκτηνωθεί, ένα δείγμα βαθιάς ευαισθησίας. Ταυτόχρονα το γεγονός ότι δεν μπορεί να ανεχτεί να αποτελέσει αντικείμενο λύπησης και το ότι δεν θέλει να εξαναγκάσει συναισθηματικά τους συναδέλφους της να τη βοηθήσουν, πιστεύοντας ότι τη στιγμή της ψηφοφορίας θα σταθούν στο πλευρό της, την βάζει μέσα σε ένα ψυχολογικό τριπάκι αυτολύπησης, άρνησης και παραίτησης. Και κάπου εκεί οι αδελφοί Νταρντέν προσπαθούν να μας θυμίσουν ότι η ανθρωπιά και η συντροφικότητα δεν έχουν εξαφανιστεί, ο σύζυγός της, τα παιδιά της καθώς και ορισμένοι συνάδελφοί της στέκονται στο πλευρό της δίνοντας μαθήματα αλληλεγγύης και συντροφικότητας. Η ίδια στο τέλος, παρά την αρνητική τροπή της ψηφοφορίας θα αποδείξει πως παραμένει άνθρωπος και θα αρνηθεί να μπει σε μία διαδικασία εκμετάλλευσης της κατάστασης με την ευκαιρία που της δίνεται να κρατήσει τη δουλειά της και την ταυτόχρονη απόλυση άλλων συναδέλφων της.

 Οι Νταρντέν αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα με μία απαισιόδοξη και ταυτόχρονα νατουραλιστική ματιά, ασκώντας μέσα από όλες τους τις ταινίες κριτική στην ίδια την κοινωνία αλλά και σε ολόκληρο το πολιτικό και οικονομικό σύστημα. Πάντοτε όμως προβάλλουν μία αχτίδα ελπίδας που αντικατοπτρίζεται στις ανθρώπινες σχέσεις και στην ικανότητα ορισμένων παρά τις συνθήκες να παραμένουν άνθρωποι.