contraL L  Dec.30.2014

                             

 Γιορτινές μέρες. Οι παλιοί σου συμμαθητές ποζάρουν με πτυχία στο χέρι χαρούμενοι για λίγο που κατάφεραν να μπουν εγκαίρως στην αρένα της ανεργίας, οι καλοί φίλοι φεύγουν ένας-ένας για τα εξωτερικά,  τα πίνετε όλοι μαζί για τον αποχωρισμό σ’ ένα μικρό κουτούκι με νοθευμένο τσίπουρο του 1.40 γιατί άλλα δε διαθέτετε,  οι ερωτευμένοι κοιτάζονται λες και ποτέ ξανά δε θα κοιταχτούν, εσύ αναμετριέσαι με το άγχος του μέλλοντος ενώ πασχίζεις να νικήσεις  τη ριμάδα την πτυχιακή, ένα πλοίο φλέγεται καταμεσής της Ανδριατικής, οι εφοπλιστάδες θυσιάζουν κόσμο αδιακρίτως, η βουλή διαλύεται, εκλογές στις 25. Κι όλα αυτά με φόντο μια χιονισμένη Ελλάδα και μια επίπλαστη αισιοδοξία κάπου ανάμεσα στις οικογενειακές φωτογραφίες. Κάθε χρόνο είμαστε όλο και λιγότεροι , δεν το βλέπεις;  Ο ξάδερφος φιγούρα σε υψηλής ανάλυσης εικόνα ν΄ αλλάζει την πάνα του μωρού του κάτι μίλια μακριά, το αγόρι σου στέλνει φιλιά απ’ το κρύο Μόναχο φανερά κουρασμένος μετά την 10ωρη εφημερία, η αδερφή σου πίσω από χιονισμένες οθόνες και διακεκομμένες φωνές, σας λέει τα νέα της-ευτυχώς που η τεχνολογία εκμηδενίζει τις αποστάσεις και αμβλύνει λίγο αυτό το «μακριά». Θλίψη.

  Λίγες μέρες πριν, στο δρόμο της επιστροφής προς τη βάση σου, τη μόνη ακλόνητη σταθερά σου προς το παρόν, περνάς με το όχημα απ’ το Βαρδάρη εκείνη την ώρα που τα κορίτσια βγαίνουν για δουλειά κι ας κρυώνουν μες στο καταχείμωνο έτσι ελαφρά ντυμένες. Εκείνη την ώρα που οι λίγοι δειλοί ένοχοι, θέλουν να ζεστάνουν και να ζεσταθούν μέσα απ’ τον αγοραίο έρωτα, οι γυναίκες τους έχουν σίγουρα κάτι σε μανιοκατάθλιψη, πεσμένα βυζιά και επαγγελματικά προβλήματα(στην καλύτερη) κι έτσι είναι εντελώς απρόθυμες για περιπτύξεις, δε φταίνε λοιπόν αυτοί, έχουν ανάγκες. Εκείνη την ώρα το ραδιόφωνο πάλλεται φωνάζοντας διαφημίσεις για κουπόνια σε σούπερ μάρκετς, για δωρεάν εξορμήσεις σε χειμωνιάτικα θέρετρα και δελτία για εκπτώσεις σε γαλοπούλες. Θλίψη.

  Σε κάποιον παρελθοντικό χωροχρόνο οι κύκλοι των διανοούμενων τέτοιες μέρες θα διαφωνούσαν για το αν τελικά υπάρχει καλό φιλμ νουάρ στον ελληνικό κινηματογράφο πάνω από ποτήρια ουίσκι, τα οικογενειακά τραπέζια θα έσφυζαν από ζωή και φαγοπότια. Λαϊκισμός; Πραγματικότητα. Στο τωρινό μικροσύμπαν μας, οι σοφιστικέ κύκλοι ξιφομαχούν για το αν ο ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ παραπαίει και τι είναι τελικά αυτό που θα μας σώσει απ’ το βέβαιο θάνατο ενώ πίνουν φτηνό κρασί χύμα,  η χαρισματική ικανότητα του ελληνικού σογιού να μεταπηδά από θέμα σε θέμα, έρχεται τώρα να ξεφύγει από το τετριμμένο "Καλό είναι το φαϊ; Να σου βάλω λίγο ακόμα;" στο καταγγελτικό "Εσείς καταστρέψατε τη χώρα!" κι άλλα τέτοια συναφή. Όχι ότι αναπολείς το παρελθόν σαν εκείνους τους πασοκολάγνους της παλιάς καλής ευημερίας(εκείνη που σε αποπροσανατόλιζε και σε φούσκωνε μέχρι να ‘ρθει ο ίδιος που σου  χάρισε την καλοπέραση  να στ’ αρπάξει όλα κι εσύ να χάσκεις ωσάν το χάνο που έχασες τη βολή σου), αλλά δυστυχώς θλίβεσαι με το παρόν και δε βλέπεις μέλλον στην πιο δημιουργική και παραγωγική σου ηλικία. Πάλι θλίψη.

 Τα μαγαζιά παραγεμισμένα με επίπλαστες ανάγκες, στο μεγαλοκατάστημα Public κρύβονται εντέχνως πίσω από πορτοκαλιά μπλουζάκια και υποκριτικά χαμόγελα εκμετάλλευση κι ένας σιγοβράζοντας εργασιακός μεσαίωνας, ο εργαζόμενος σου πλασάρει το νέο τάμπλετ, θα πουλούσες και την ψυχή σου για να το 'χεις, ο εργαζόμενος είναι ευδιάθετος και πρόθυμος, εξυπηρετικός και συνεργάσιμος-δε μας ενδιαφέρει τι λούκι τραβάει, θα χαμογελά και θα υπακούει, αλλιώς στη λίστα αναμονής βρίσκονται δεκάδες νέοι, πιο πειθήνιοι και πιο διαθέσιμοι προς εκμετάλλευση και με μια ακατανίκητη δίψα να πιάσουν μια θέση φορώντας το πορτοκαλί μπλουζάκι. Μια γνωστή μου είχε πει κάποτε πως η περιοπής αλυσίδα καταστημάτων που δούλευε ανάγκαζε τις πωλήτριες να φορούν πατίνια για να είναι πιο ευέλικτες και σβέλτες στην εξυπηρέτηση των πελατών. Μια μέρα ο εργοδότης τη ρώτησε αν είχε σοβαρό δεσμό, εκείνη απάντησε διστακτικά ναι, αυτός συνοφρυωμένος κι απόλυτος της είπε "Με προφυλάξεις. Δεν προτιμάμε τις εργαζόμενες μητέρες εδώ". Θλίψη.

                                                    

  Η τηλεόραση μεταδίδει ειδήσεις που παρακολουθούν καρέ-καρέ τη διάσωση των επιβατών του πλοίου(να σημειώσουμε εδώ ότι το ακριβοδίκαιο μιντιακό μάτι που τα πάντα θωρά και τα πάντα κρίνει, αποφασίζει ποια ζωή αξίζει περισσότερο και φροντίζει πολύ διακριτικά κραυγαλέα να μην κάνει καν νύξη για τα τόσα αδικοχαμένα κορμιά «λαθραίων» στον υδάτινο τάφο της Μεσογείου που θαλασσοπνίγονται κάθε μέρα παλεύοντας με τα κύματα ή για τους αγνοούμενους του πλοίου που πολύ πιθανό το «παράνομο» στίγμα τους, τους έκανε να πηδήξουν στο φόβο τους να μην τους πιάσουν οι ένστολοι). Στα μεσοδιαστήματα, όταν οι έγκριτοι δημοσιογράφοι και σύντομα υποψήφιοι με τη ΝΔ(βλέπε Σπυράκη, Πρετεντέρη και τ’ άλλα τα παιδιά)κοιμούνται , ο τηλεθεατής ξεκουράζεται με εκπομπές που μιλάνε για τους «30+1 τρόπους για να ανυψώσετε την ερωτική λίμπιντο στις γιορτές» και δίνουν συμβουλές για να μην πάρουμε δράμι μες στις χριστουγεννιάτικες διακοπές και δε μας θέλει το...πρόσωπο. Υπάρχει λοιπόν μες στη μιζέρια και την ανθρώπινη τραγωδία κι ο ένας και μοναδικός έρωτας, είναι εδώ αυτοί να μας δώσουν όλα τα διδακτικά υλικά για να τον αρπάξουμε, να μη μας φύγει. Δε θα μας τρελάνετε εσείς, μπορούμε και μόνοι μας μια χαρά. Θλίψη.

  Μες στα κιτσάτα χριστουγεννιάτικα φώτα, αυτή η «χουχουλιάρικη» ατμόσφαιρα της αγάπης και της δοτικότητας, ξεμπροστιάζει κάθε ίχνος αυταπάτης και το φτύνει μπροστά σου, έτσι που λίγο αν καλοσκεφτείς τι γίνεται γύρω σου θα έρθεις αντιμέτωπος με αυτοκτονικά αντανακλαστικά. Θλίψη, κι άλλη θλίψη και λίγο ακόμα από θλίψη. Πάντα όμως για καλή μας τύχη, εκεί που όλα καταρρέουν ξεπηδά κάτι να σε κρατήσει, να σου δώσει μια σφαλιάρα, να σε ξυπνήσει και να πεις ένα «για το πείσμα σας κουφάλες θα αντέχω». Διαβάζεις ότι οι μικροί έγκλειστοι στις φυλακές Αυλώνα έγραψαν κείμενο ευχαριστώντας το Ρωμανό, εκείνο το πιτσιρίκι που σηκώθηκε κι άντεξε και νίκησε και σήκωσε και ‘μας λίγο στο μπόι μας, παρ’ όλες τις ήττες και τα χαστούκια του τελευταίου διαστήματος. Σκέφτεσαι τον αγώνα που δόθηκε, την κούραση, τις καταλήψεις κτηρίων, αυτούς που δεν υποτάχθηκαν ακόμα, τη διαπάλη ιδεών, το αισιόδοξο χαμόγελο του διπλανού σε μια πορεία και λες να πάνε στο διάολο και τα χριστούγεννα τους κι η θλίψη. Όσο θα ‘μαστε εδώ να παλεύουμε, μη φοβάσαι τίποτα.