contraL L  Mar.15.2015

Εκτιμώ απεριόριστα τους ανθρώπους που αγωνίζονται καθημερινά παλεύοντας για ένα πιο όμορφο αύριο, όλους όσους πιστεύουν στο συλλογικό και σου κρατούν σφιχτά το χέρι όταν περπατάτε δίπλα-δίπλα στην πορεία, εκείνα τα παιδιά που δε φοβήθηκαν και σε πείσμα των καλοθελητών δεν επιβεβαίωσαν ποτέ τον τίτλο τους ως η ξοφλημένη γενιά,  αλλά αντ’ αυτού έγραψαν ιστορία ως μικροί ήρωες που αγωνίστηκαν για τ’ αλλιώτικο, όλους όσους έχουν μάτια όλο σπίθα κι είναι έτοιμοι για μάχες-οι «αλήτες» για τους από πάνω, οι «ανυπόταχτοι» για το δικό μας θυμικό. Εκτιμώ κι εκείνους που φωνάζουν δυνατά-τόσο όμως, ώστε να μην καλύψουν τη δική σου φωνή-όταν αυτές σμίγουν στο δρόμο, κι εκείνους που δε χτίζουν την πολιτική τους ταυτότητα με υλικά καιροσκοπίας και αστείων οπισθοχωρήσεων. Εκτιμώ κι όλους όσους με στυλ διανοούμενο ή και διανοουμενίστικο, ξεδιπλώνουν μια ολόκληρη φαρέτρα επιχειρημάτων κι είναι ικανοί ως συνδιαλεγόμενοι να μετατρέψουν την πιο ήπια και πολυμασημένη πολιτική διαφωνία στην πιο γόνιμη και χορταστική συζήτηση, ακόμα κι αν αυτή γίνεται πάνω από 2 καραφάκια φτηνό τσίπουρο-πολλώ δε μάλλον τότε. Πιο πολύ όμως εκτιμώ εκείνους τους τύπους που ξέρουν πώς να διαπλέκουν το προσωπικό με το πολιτικό, που έχουν στηρίξει τη στάση ζωής τους στην πίστη τους στο συλλογικό, που αντιμάχονται τη μοναξιά, που ξέρουν το λόγο ύπαρξης τους στο «χώρο»-ή στο «κίνημα», όπως συνηθίζουμε να λέμε-και επιλέγουν εκείνη τη στάση ζωής που προσιδιάζει στην άλλη κοινωνία. Που ξέρουν πώς να ερμηνεύουν τους συμπυκνωμένους ιστορικούς χρόνους που βιώνουμε, με απερίγραπτη απλότητα και λαϊκότητα αξιοζήλευτη. Κυρίως όμως εκτιμώ και θαυμάζω, όλους εκείνους τους ατόφιους ανθρώπους, που έχουν πονέσει, αλλά δεν το βάζουν κάτω και χτίζουν ολάκερη τη ζωή τους στην αυθεντικότητα, το συλλογικό αγώνα, τις ανθρώπινες σχέσεις, απεκδυμένες από κάθε ανειλικρίνεια.  Αυτούς που είναι λες και βγαλμένοι από ρεμπέτικο τραγούδι.

 Πάντα αυτές οι σκέψεις δημιουργούνται συνειρμικά σε μικρές συναθροίσεις με αγαπημένα μάτια, μιας και πάντα τότε, όταν παίζει ρεμπέτικος καημός, επισύρονται αναμνήσεις από τα φοιτητικά χρόνια κι αναδύεται ο κινηματογραφιστής από μέσα μου που θυμάται, τότε που 2 πιτσιρίκια στα 18 τους, γνωρίστηκαν σε μια συνέλευση-που δεν πήγε και πολύ καλά-κι έπειτα προχωρώντας στο στενό της επιστροφής, άκουσαν δυο πενιές. Η άγνωστη μέχρι τότε παρέα που αποτελούνταν από ανθρώπους του μεροκάματου, έπαιζε στο μικρό δωμάτιο και τα προσκάλεσε για  να μοιραστούν τσίπουρο και ρεμπέτικο καημό. Έμειναν εκεί ως το πρωί μ’ ένα γλυκό μεθύσι κι υποσχέθηκαν ν’ αλλάξουν τον κόσμο για όλους εκείνους τους ανθρώπους που πονούν, αδικούνται, αλλά δεν παύουν ν’ αγαπούν και να μοιράζονται. Κάπως έτσι ο αφελής ρομαντισμός μετουσιώνεται και παίρνει μπόι για να συνοδεύσει μαζί με τις αναφορές σου, την προέλευσή σου και τις κατευθυντήριές σου, το δρόμο που επιλέγεις. Κάπως έτσι, τα ρεμπέτικα τραγούδια συνδυάζονται με τις ήττες και τις νίκες μας στον αγώνα για το αύριο. Οι πρώτες αξιοπρεπείς, οι τελευταίες αλησμόνητες.

  Διαβάζω στο βυτίο:

«Το ζευγάρι, 65 με 70, κάθεται στο πιο άβολο τραπέζι του μαγαζιού. Τρώνε και πίνουν και στο ενδιάμεσο ψιθυρίζουν μεταξύ τους. Κάποια στιγμή ο άντρας σηκώνεται και χορεύει ένα ζεϊμπέκικο. Η γυναίκα δεν κουνιέται καθόλου απ’ τη θέση, βαράει παλαμάκια με ένα τόσο ήρεμο τρόπο που, αν μπορούσαν όλα απότομα να σιγήσουν, ίσως να καταλάβαινες ότι δεν βγάζουν καθόλου ήχο. Άηχα παλαμάκια, ωραία, ρυθμικά, χαμογελαστά. Είναι συγκινητικά όλα αυτά, οπότε πατάω το κουμπί ομορφιά. Το ζευγάρι είναι αγαπημένο, τόσα χρόνια ψιθυρίζουν ο ένας στον άλλο προστυχόλογα, σχόλια και τρυφερούς αφορισμούς. Τα παλαμάκια δεν βγάζουν ήχο γιατί δεν χρειάζεται, τα χέρια τους ενώνονται καθώς αυτός τα τεντώνει προς το άπειρο στριφογυρίζοντας και αυτή τα απομακρύνει για να πάρουν φόρα μέχρι το επόμενο βουβό κλαπ. Όλα είναι καλά και συγκινητικά, τόσο καλά και συγκινητικά, που βγαίνω έξω απ’ το μαγαζί, ψάχνω τράπεζα να βγάλω λεφτά, τίποτα να μη σταθεί εμπόδιο στο θα πιούμε όσο θέλουμε. Όσο θέλουμε στη γλώσσα της κυριακής μεσημέρι, σημαίνει όσο αντέχουμε.»

  Και κάπως έτσι θυμάμαι μια Κυριακή, που ένας ωραίος άνθρωπος γέμιζε το ποτήρι μου και μου μίλαγε για την Μπέλλου: «Το κάνε λιγάκι υπομονή» δεν είναι ερωτικός στίχος, μου έλεγε. Είναι βαθιά πολιτικός. Κι έπειτα μου μιλούσε για την ιστορία της. Συνελήφθη από τους Γερμανούς στη Καισαριανή μετά από υπόδειξη ενός ντόπιου καταδότη. Φυλακίστηκε, βασανίστηκε και μέχρι το 1944 με την απελευθέρωση αφέθηκε ελεύθερη. Ένα βράδυ που τραγουδούσε, σ’ ένα μαγαζί μπήκε μια παρέα από Χίτες. Ένας από τους Χίτες ανέβηκε στο πάλκο και της ζήτησε να τραγουδήσει «Του αητού ο γιος». Εκείνη αρνήθηκε και τότε μαζεύτηκαν όλοι της παρέας και την τσάκισαν στο ξύλο. Έξι χίτες τη χτυπούσαν μαζί και δε σηκώθηκε κανείς να τη βοηθήσει. Η Μπέλλου δεν ανέχτηκε να σκύψει το κεφάλι για κανένα .Η Σωτηρία σε όλη της τη ζωή αγωνίστηκε για να είναι ελεύθερη.

  Κι έπειτα έρχονται τα λόγια του Ηλία Πετρόπουλου, του  πρώτου λαογράφου στην Ελλάδα που ασχολήθηκε με το "περιθώριο" και κατέγραψε πρόσωπα και πράγματα περιφρονημένα από την επίσημη ιστορία της χώρας του. Έζησε από κοντά ρεμπέτες, αλήτες, μάγκες, πόρνες και ομοφυλόφιλους, φυλακισμένους, συμμορίτες και καταδιωκόμενους, που έγιναν οι 'ήρωες' των βιβλίων του. Ο Πετρόπουλος λοιπόν γράφει: Το αληθές απόβαρον ενός ανθρώπου ισούται με τις αγάπες, τον οίκτο και την αηδία πού ένιωσε στη ζωή. Δύο μεγάλες αδικίες εγνώρισα: την φτώχια και την ερωτική καταφρόνια. Τα ρεμπέτικα προήχθησαν εις μαυσωλείον αισθημάτων. Το να υποφέρεις απ' του κόσμου τις πίκρες είναι αναγκαίον, και ίσως νόμιμο. Πάθος έδωσα και πάθος δεν έλαβα, κι ό,τι έπιασα έγινε στάχτη. Πολλά εδιδάχθην από τα ρεμπέτικα. Ο πατέρας μου με γαλούχησε με τα τραγούδια αυτά. Έχτισα το παρόν βιβλίο, σα να έχτιζα χελιδονοφωλιά, προς χάριν του ισοβίου φίλου Τσιτσάνη. Την εγκαρτέρηση εδιδάχθην από τα ρεμπέτικα.

Σήμερον κηδεύομαι. Σβήνω (άχ, σβήνω) όταν εσύ χρησιμοποιείς τα αισθήματα μου σαν κέρματα. Αν πρόκειται κανείς να διατηρήσει την ευαισθησία του ας είναι ο ηττημένος. Τα ρεμπέτικα τραγούδια βάλλουν ως αναμνήσεις. Ζήσαμε τις πιο εφιαλτικές νύχτες του αιώνος. Οι ενθυμήσεις ελλοχεύουν. Ένιωσα τα πάντα μόνον σαν πάθη. Άφησέ με νάμαι παράφορος, αφού η λογική είναι ο προθάλαμος της τρέλας. Υπήρξα ένας Ιδανικός Φαύνος. Θα σε γκρεμίσω με δάκρυα, ζοφερή πολυαγαπημένη.

Τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι τραγούδια της καρδιάς. Και μόνον όποιος τα πλησιάσει με αγνό αίσθημα τα νιώθει και τα χαίρεται. Γιατί, η καρδιά με καρδιά μετριέται.

 

  Και πράγματι. Τα ρεμπέτικα περικλείουν όλον εκείνο το ανθρώπινο μεγαλείο που ξεντύνει και φτύνει μπροστά σου γυμνό τον ερωτικό πόνο, την καταφρόνια, την ξενιτιά, το περιθώριο. Και το ανθρώπινο, γίνεται δυο στίχοι που χτυπούν στην καρδιά και το μυαλό και δένει έπειτα με τη μελωδία στο ταξίμι και την πενιά στο μπαγλαμά. Κι όλοι οι θαμώνες που ακούν και τραγουδούν, που συζητούν ή κάθονται απόμερα αποκτούν μέθεξη σε μια ιεροτελεστία απ’ τις πιο σπουδαίες.

  Το ρεμπέτικο γεννήθηκε στο περιθώριο, στους κόλπους της προσφυγιάς, τραγουδήθηκε απ’ τους φυλακισμένους, συνδέθηκε με τη νεότερη ιστορία της χώρας. Από την παρανομία και τον ερωτικό πόθο, φτάνει να μιλά για τη μετανάστευση, για τα στραβά της κοινωνίας, ν΄αποτυπώνει σκέψεις και πόνους καθώς παίζεται στην ταύλα πάνω από κρασί και στεναγμούς. Παρομοιάστηκε με το μπλουζ και το τζαζ της Αμερικής, μίλησε γι’ αγώνες και ήττες, περιέγραψε τα δυσβάσταχτα μιας πονεμένης ιστορίας. Από τους λόγιους-ή μη-σύγχρονους του βαφτίστηκε το τραγούδι του περιθωρίου και δεν απόκτησε ποτέ τη μουσική νομιμοποίηση που του έπρεπε. Σήμερα ακούγεται σε μικρά κουτούκια, σε συναντήσεις νέων, ντύνει την απογοήτευση και μεταμορφώνει τα τέλματα. Κάνει σκόνη την ευτελότητα των τρομακτικά ίδιων κι απαράλλαχτων νέων αποπειρών να παράξουν λαϊκό τραγούδι και αναδεικνύει σε κάθε του μέτρο την ταπεινή μεγαλοπρέπειά του.

 Και σε κάνει να εκτιμάς λίγο περισσότερο τα άδολα μάτια και τα καθαρά μυαλά, που σ’ ένα στίχο θέλουν να χωρέσουν όλη της γης τη σκόνη, όλα τα θαύματα κι όλα τα όνειρα για το αύριο. Που τραγουδούν το «σαν απόκληρος», για το φίλο που μεταναστεύει σε λίγο καιρό, που ψιθυρίζουν στίχους που ερμήνευσαν η Εσκενάζυ, ο Βαμβακάρης, ο Τσιτσάνης, η Μπέλλου για τη ζωή που γύρισε καπάκι, που ερωτεύονται σε κάθε μικρό φάλτσο, μ’ εκείνη την αλήθεια που σε κάνει να πιστεύεις και να θυμάσαι τις πρώτες μέρες της φοιτητικής σου ζωής σ’ αυτή την πόλη, όταν έγινε η πρώτη γνωριμία με το ρεμπέτικο. Σε κάνει να μην ξεχνάς όλους τους λόγους του κόσμου που σε κάνουν να μην τα παρατάς και ν’ αντέχεις σε πείσμα των καιρών.