blackuroi team  Aug.03.2017

 

Original Κείμενο: Εδώ

 

Η μετάφραση έγινε από την ομάδα Blackuroi Team.

 

Μία συνέντευξη με την Ιταλίδα Μαρξίστρια και φεμινίστρια, Silvia Federici, η οποία επικεντρώνεται γύρω από τα μέτρα λιτότητας στα πανεπιστήμια, την αντίδραση των φοιτητών/τριών στην Καλιφόρνια όπως επίσης και τη θέση και την εμπειρία των γυναικών μέσα σε αυτά τα κινήματα.

 

Maya Gonzalez & Caitlin Manning: Έχετε γράψει για τους αγώνες στα πανεπιστήμια στα πλαίσια της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης. Αυτοί οι αγώνες ήταν η απάντηση στις προσπάθειες να τεθούν όρια στη γνώση. Θεωρείτε ότι οι αγώνες στα πανεπιστήμια τα τελευταία χρόνια είναι η συνέχεια των αγώνων ενάντια στον περιορισμό της γνώσης; Ή πρόκειται για κάτι καινούριο; Η οικονομική κρίση έχει αλλάξει θεμελιωδώς το πλαίσιο των πανεπιστημιακών αγώνων;

Silvia Federici: Βλέπω την κινητοποίηση των φοιτητών/τριών να έχει σταθεροποιηθεί στα πανεπιστήμια της Βόρειας Αμερικής, ειδικά στην Καλιφόρνια, ως κομμάτι ενός μεγάλου κύκλου αγώνα ενάντια στη νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση της παγκόσμιας οικονομίας και της αποσύνθεσης της δημόσιας εκπαίδευσης που ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1980 στην Αφρική και τη Λατινική Αμερική, και τώρα έρχεται και στην Ευρώπη - όπως έδειξε η πρόσφατη εξέγερση των φοιτητών στο Λονδίνο. Διακυβεύεται, σε κάθε περίπτωση, περισσότερο από την αντίσταση ενάντια στον "περιορισμό της γνώσης". Οι αγώνες των φοιτητών/τριών το 1980 και το 1990 ήταν ιδιαίτερα έντονοι γιατί οι φοιτητές/τριες συνειδητοποίησαν ότι οι δραστικές περικοπές στον προϋπολογισμό του πανεπιστημίου που ζήτησε η Παγκόσμια Τράπεζα σηματοδότησαν το τέλος του "κοινωνικού συμβολαίου", το οποίο είχε διαμορφώσει τη σχέση τους με το κράτος στην μετά-ανεξαρτησίας περίοδο, καθιστώντας την εκπαίδευση το κλειδί για την κοινωνική πρόοδο και τη συμμετοχική ιδιότητα του πολίτη. Συνειδητοποίησαν επίσης, ακούγοντας ιδίως τους κοσμοτραπεζίτες να επιχειρηματολογούν ότι “η Αφρική δεν έχει ανάγκη για πανεπιστήμια”, ότι πίσω από τις περικοπές, αναζωπυρώθηκε ένας νέος διεθνής καταμερισμός της εργασίας που ανακατασκεύασε τις αφρικανικές οικονομίες και υποτίμησε την εργασία των Αφρικανών εργατών/τριών. Στις ΗΠΑ επίσης, η σφαγή της δημόσιας ανώτερης εκπαίδευσης την τελευταία δεκαετία πρέπει να τοποθετηθεί στο κοινωνικό πλαίσιο, όπου ως αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης, οι εταιρίες μπορούν να φέρνουν εργατικό δυναμικό από όλο τον κόσμο, καθιστώντας την επισφάλεια ως μία μόνιμη συνθήκη απασχόλησης, και αναγκαστικές συνεχείς επανεκπαιδεύσεις. Η οικονομική κρίση αναμειγνύει την πανεπιστημιακή κρίση, προβάλλοντας οικονομικές τάσεις στη διαδικασία συσσώρευσης και την οργάνωση της εργασίας που τοποθετεί τους φοιτητές/τριες σε ένα καθεστώς μόνιμης υποταγής και συνεχούς καταστροφής της κεκτημένης γνώσης ως τη μόνη προοπτική για το μέλλον. Υπό αυτή την έννοια, οι αγώνες των σημερινών φοιτητών/τριών στοχεύουν λιγότερο στο να υπερασπιστούν τη δημόσια εκπαίδευση από το να αλλάξουν τις σχέσεις εξουσίας με το κεφάλαιο και το κράτος και να επαναπροσδιορίσουν τις ζωές τους. Μπορούμε να το παρομοιάσουμε εδώ με την εξέγερση των εργατών/τριών και της νεολαίας στη Γαλλία ενάντια στην απόφαση της κυβέρνησης Σαρκοζί να επιμηκύνει τα χρόνια εργασίας κατά δύο έτη. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την έντονη αντίθεση που έχει προκύψει από αυτή την απόφαση, εκτός αν επικεντρωθούμε στο χρονικό διάστημα που αφιερώνουν οι εργαζόμενοι/ες για να συνταξιοδοτηθούν. Ξεκάθαρα, αυτό που οδήγησε εκατομμύρια ανθρώπων στους δρόμους ήταν η συνειδητοποίηση ότι δεν υπάρχει ελπίδα για το μέλλον, γι' αυτό και τόσοι νέοι άνθρωποι βρέθηκαν στα οδοφράγματα.  Αυτή η ίδια συνειδητοποίηση έχει επιφέρει αυτόν τον κύκλο αγώνων στα πανεπιστήμια δίνοντάς τους μία περισσότερο ή λιγότερο ανοιχτά αντικαπιταλιστική διάσταση. Αυτή είναι η σημασία, κατά την άποψή μου, της εξάπλωσης της ιδέας των κοινών στη ρητορική των φοιτητικών κινημάτων διεθνώς. Το κάλεσμα για “επίγνωση των κοινών” αντικατοπτρίζει όχι μόνο την αντίσταση στην ιδιωτικοποίηση και την εμπορευματοποίηση της γνώσης, αλλά και την αυξανόμενη συνειδητοποίηση ότι πρέπει να οικοδομηθεί μια εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό και στην αγορά, ξεκινώντας από το παρόν. Προέρχεται επίσης από τη συνειδητοποίηση ότι η συμμετοχή σε μια συλλογική διαδικασία παραγωγής γνώσης δεν είναι εφικτή σε ένα σύγχρονο ακαδημαϊκό περιβάλλον. Υψηλά δίδακτρα, μαθήματα προσαρμοσμένα σε περιορισμένα οικονομικά πλαίσια, υπερπληθή και απαιτητικά μαθήματα, κακοπληρωμένοι/ες και ανασφάλιστοι/ες εκπαιδευτικοί - όλες αυτές οι συνθήκες υποβαθμίζουν τη γνώση που παράγεται στα πανεπιστήμια, καθιστώντας αναγκαία τη δημιουργία εναλλακτικών μορφών εκπαίδευσης και χώρων όπου μπορεί να υπάρξει οργάνωση. Ίσως, μπορούμε να ξεκινήσουμε να σκεφτόμαστε την “πολιτική κατάληψης”, δηλαδή ως μέσο απόκτησης χώρων που απαιτούνται για τη δημιουργία νέων κοινών.

Maya Gonzalez & Caitlin Manning: Έχετε γράψει εκτενώς για τον εκπαιδευτικό αγώνα και για την παγκόσμια αντίσταση ενάντια στα μέτρα λιτότητας ως αγώνες πάνω σε θεσμικούς χώρους κοινωνικής αναπαραγωγής αντί παραγωγής. Τι συμπέρασμα βγαίνει με το να αντιλαμβανόμαστε τους εκπαιδευτικούς αγώνες ως μέρος μιας ευρύτερης σειράς αγώνων σε χώρους κοινωνικής αναπαραγωγής; Και τι είδους κοινωνικές ανισότητες και εργασιακή εκμετάλλευση συνεχίζουν να υπάρχουν ανεξάρτητα από αυτή την προσέγγιση;

Silvia Federici: Θα πρέπει πρώτα να τονίσω ότι η μετάβαση από την παραγωγή στην αναπαραγωγή στην ανάλυση των ταξικών σχέσεων υπήρξε προϊόν μετασχηματισμού, το οποίο με διαφορετικούς τρόπους, έχει περάσει το θεωρητικό πεδίο από τη δεκαετία του '70, εμφανές τόσο στην μετα-στρουκτουραλιστική όσο και στη νεοφιλελεύθερη κριτική, από το Φουκώ μέχρι τον Μπέκερ. Η κυριότερη ώθηση προς αυτή τη διαπίστωση οφείλεται στη φεμινιστική επανεξέταση της εργασίας και στον επαναπροσδιορισμό της αναπαραγωγικής εργασίας ως το "κρυφό μέρος του παγόβουνου" (όπως αναφέρει Maria Mies) πάνω στο οποίο βασίζεται η καπιταλιστική συσσώρευση. Αυτή η μετάβαση ήταν διαφωτιστική κάνοντάς μας να σκεφτούμε σε συνδυασμό ένα ετερογενές σύνολο δραστηριοτήτων - όπως η οικιακή εργασία, οι γεωργικές εργασίες, η εργασία του σεξ και η εργασία της περίθαλψης, η επίσημη και η ανεπίσημη εκπαίδευση - και να το αναγνωρίσουμε ως ένα σημαντικό μέρος της κοινωνικής (ανα)παραγωγής του εργατικού δυναμικού. Από αυτή την προοπτική, μπορούμε να ερμηνεύσουμε τις πολιτικές αλλαγές που έχουν γίνει στα πανεπιστήμια. Μπορούμε να ερμηνεύσουμε την εισαγωγή των διδάκτρων και τη εμπορευματοποίηση της εκπαίδευσης ως μέρος μίας ευρείας διαδικασίας εξαργύρωσης στην αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού. Είναι μία προσπάθεια να πειθαρχηθεί το μέλλον του εργατικού δυναμικού, μία διαδικασία που ξεκίνησε στα τέλη του ΄70 με την κατάργηση της ανοιχτής εισαγωγής στα πανεπιστήμια, μία σαφώς αντιδραστική απάντηση για την ανυποταξία και τις πανεπιστημιακές εξεγέρσεις της νεολαίας τη δεκαετία του 1960. Αναπαράγοντας αυτή την άποψη, βάσει της οποίας αναλύεται η σχέση κεφαλαίου - εργασίας, δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως καθολική λειτουργία. Η αναπαραγωγή (των ατόμων, του εργατικού δυναμικού) δε θα έπρεπε να γίνεται αντιληπτή μεμονωμένα από το υπόλοιπο καπιταλιστικό "εργοστάσιο". Αντιθέτως, πρόσφατα, έχουμε δει την ανάπτυξη θεωριών (για παράδειγμα, η έννοια των Negri και Hardt για τη "βιοπολιτική παραγωγή") που αποκλείουν μία συνοπτική άποψη του πεδίου των καπιταλιστικών σχέσεων, υποθέτοντας ότι όλη η παραγωγή μπορεί να περιοριστεί στην παραγωγή υποκειμενικοτήτων, τρόπων ζωής, γλωσσών, κωδίκων και πληροφοριών. Με αυτόν τον τρόπο, ο τεράστιος αγώνας που διεξάγεται σε ολόκληρο τον πλανήτη, σε αγρούς, ορυχεία και εργοστάσια χάνεται, ειρωνικά, τη στιγμή που μαρτυρούμε τον πιο ευρύ διεθνή κύκλο βιομηχανικών αγώνων (στην Κίνα και σε μεγάλο μέρος του Νότου και της Ανατολικής Ασίας) από τη δεκαετία του '70.

Maya Gonzalez & Caitlin Manning: Περίπου το χρέος του φοιτητικού δανείου φτάνει τα 830 δισεκατομμύρια δολάρια, γεγονός που του έχει δοθεί λίγο περισσότερη προσοχή τελευταία στα  μέσα ενημέρωσης δεδομένου ότι το συνολικό χρέος σπουδαστών ξεπερνά πλέον το χρέος της πιστωτικής κάρτας. Χάρη στο διεθνές δίκτυο ακαδημαϊκών και εκπαιδευτικών με το οποίο συνεργάζεσαι, το Edu-Factory, έχει δημιουργηθεί ένα κοινό σημείο συνάντησης για τους πανεπιστημιακούς αγώνες. Όπως επισημαίνει ο Jeffrey Williams, αν παρευρεθείτε σε ένα Ivy League ή παρόμοιο ακριβό ιδιωτικό πανεπιστήμιο, θα πρέπει να εργάζεστε 136 ώρες την εβδομάδα όλο το χρόνο για να μπορείτε να το αντέξετε οικονομικά χωρίς χρέη. Ορισμένοι είπαν ότι η τρέχουσα παρατεταμένη οικονομική κρίση δεν είναι ύφεση, αλλά μια οικονομική δυσπραγία που μεταμφιέζεται σε χρέος. Πώς νομίζετε ότι το θέμα της εμβάθυνσης του χρέους θα μπορούσε να μετατραπεί σε ένα σημαντικό πεδίο αγώνα;

Silvia Federici: Το χρέος είναι ήδη ένα πεδίο αγώνα, αλλά μέχρι τώρα, τουλάχιστον στις ΗΠΑ, είναι ένας αγώνας που γίνεται ήσυχα, κάτω από ραντάρ, δομημένο μέσα από κρυφές μορφές αντίστασης, διαφυγής και αθέτησης πληρωμών παρά μία ανοιχτή αναμέτρηση. Το ποσοστό αθέτησης πληρωμών για τα κρατικά σπουδαστικά δάνεια συνεχίζει να αυξάνεται, ειδικά σε κολέγια έχει ξεπεράσει το 11,6%. Οι συζητήσεις με φοιτητές/τριες δείχνουν ότι το χρέος είναι ένα θέμα που δεν αναφέρεται, τουλάχιστον τώρα. Σε πολλούς/ές δεν αρέσει να μιλούν για αυτό. Το να ρίχνουν την ευθύνη πάνω τους είναι μια αδιάκοπη νεοφιλελεύθερη προπαγάνδα που θέτει την εκπαίδευση ως θέμα ατομικής ευθύνης. Όπως γράφει ο Alan Collinge στο Student Loan Scam, πολλοί/ες ντρέπονται να παραδεχτούν ότι δεν έχουν πληρώσει τα φοιτητικά τους δάνεια. Η ιδέα ότι (όπως οι συντάξεις) η δωρεάν εκπαίδευση δεν θα πρέπει πλέον να αποτελεί κοινωνικό δικαίωμα, καλλιεργείται στη συνείδηση των νέων γενεών, τουλάχιστον ως μία μορφή εκφοβισμού, συμβάλλοντας στην αποτροπή κάθε προσπάθειας να καταστεί η κατάργηση του χρέους ένα ανοιχτό κίνημα. Ακόμη, το δίκτυο Edu-Factory είχε δίκιο στη δημιουργία ενός κοινού σημείου συνάντησης για τους πανεπιστημιακούς αγώνες. Ο αγώνας ενάντια στο σπουδαστικό χρέος έχει στρατηγική σημασία. Όπως τονίζει ο Jeffrey William, το χρέος είναι ένα ισχυρό μέσο πειθαρχίας και ελέγχου και μία υποθήκη για το μέλλον. Ο αγώνας εναντίον του χρέους είναι για την επανάκτηση της ζωής των ανθρώπων, σπάζοντας ένα σύστημα επιδοτούμενης υποτέλειας που συνθλίβει τη ζωή των ανθρώπων για τα χρόνια που έρχονται. Πώς να δομήσεις ένα κίνημα; Νομίζω ότι απαιτεί μακρά κινητοποίηση περιλαμβάνοντας τη συνεργασία πολλών κοινωνικών ζητημάτων. Ένα σημαντικό βήμα προς αυτό είναι μία εκστρατεία εκπαίδευσης για τη φύση του χρέους ως μέσο πολιτικής πειθαρχίας, διαφωνώντας με την ανάληψη της ατομικής ευθύνης και επιδεικνύοντας τη συλλογική της διάσταση. Ο ηθικός χαρακτήρας που έχει συσσωρευτεί στο ζήτημα του χρέους πρέπει να προβάλλεται. Η απόκτηση πτυχίου δεν είναι πολυτέλεια αλλά αναγκαιότητα σε ένα πλαίσιο όπου εδώ και χρόνια η εκπαίδευση έχει ακαδημαϊκά καθιερωθεί ως η διαχωριστική γραμμή μεταξύ ευημερίας και φτώχειας - υποταγής. Όμως αν η εκπαίδευση χρειάζεται για το μέλλον της απασχόλησης, σημαίνει ότι οι εργοδότες της είναι οι δικαιούχοι της. Από αυτή την άποψη, το σπουδαστικό χρέος είναι ένα ζήτημα με το οποίο πρέπει να ασχοληθούν τα συνδικάτα και όχι μόνο οι ακαδημαϊκοί φορείς. Ακόμη, και οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να συμμετέχουν στο κίνημα της κατάργησης του χρέους, καθώς βρίσκονται στην πρώτη γραμμή: πρέπει να είναι παρόντες/ούσες και να διεκδικήσουν για το πανεπιστήμιο, ο πολιτιστικός σχηματισμός είναι ουσιαστικής σημασίας. Ωστόσο, απαιτείται να συμβιβάζονται με τις περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες, όπως τις υπερπληθείς τάξεις, τον κατακερματισμό των τμημάτων, τις υπερωρίες των φοιτητών/τριών, αναλαμβάνοντας μερικές φορές δύο ή τρεις πόστα εργασίας. Το χρέος είναι επίσης ένα αίτημα ενοποίησης. Είναι η κατάσταση του καθενός στην εργατική τάξη παγκοσμίως. Το χρέος των πιστωτικών καρτών, το χρέος των ενυπόθηκων δανείων, το χρέος της ιατρικής περίθαλψης: σε ολόκληρο τον κόσμο, εδώ και δεκαετίες, κάθε περικοπή των μισθών και των δικαιωμάτων έχει γίνει στο όνομα της οικονομικής κρίσης. Ως εκ τούτου, το χρέος είναι ένας παγκόσμιος σηματοδότης και ένα έδαφος στο οποίο μπορεί να ξεκινήσει μια ανασύνθεση του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού.

Maya Gonzalez & Caitlin Manning: Πέρυσι γινόντουσαν καταλήψεις και άλλα είδη άμεσης δράσης τα οποία χαρακτηρίστηκαν ως στρατηγικές των προνομιούχων. Πώς μπορεί να υπάρξει μαζική άμεση δράση σε μια χώρα όπως οι ΗΠΑ όπου το σωφρονιστικό κράτος είναι υπερχρηματοδοτημένο και όπου η αστυνομική καταστολή συνεχίζει να δρα αποκλειστικά εναντίον συγκεκριμένων πληθυσμών;

Silvia Federici: Δε θα σχολιάσω αυτά που συμβαίνουν σε κάποια πανεπιστήμια στην Καλιφόρνια και τα πλεονεκτήματα των καταλήψεων σε κτίρια. Δε συμμετείχα σε αυτά τα γεγονότα και οι επιλογές αυτών των τακτικών είναι τόσο εξαρτημένες με το πλαίσιο και το συσχετισμό της εξουσίας όπου οποιαδήποτε σχόλια από την πλευρά μου θα ήταν ακατάλληλα. Αντίθετα, θα τονίσω ότι η μαζική άμεση δράση έχει μακρά ιστορία στις ΗΠΑ, όπως επεξηγείται από το κίνημα Δικαιωμάτων Πολιτών, παρά την ύπαρξη της κατασταλτικής θεσμικής μηχανής που λειτουργεί σε πολλά επίπεδα - αστυνομία, δικαστήρια, φυλακή, θανατική ποινή. Το κίνημα Δικαιωμάτων Πολιτών και αργότερα το κίνημα Black Power αντιμετώπισε την αστυνομία, με τους κρουνούς και τα σκυλιά της, αντιμετώπισε την Klan, την κοινωνία του John Birch. Η ερώτησή σας επίσης δείχνει ότι δεν είναι μόνο οι έγχρωμοι άνθρωποι (σ.μ. ο αγγλικός όρος που χρησιμοποιείται είναι “people of color”) που αντιτίθενται σε πιο μαχητικές τακτικές. Ακόμη, οι διαφορές στην εξουσία με την οποία οι φοιτητές/τριες από διαφορετικές κοινότητες αντιμετωπίζουν την πανεπιστημιακή εξουσία και την αστυνομία, πρέπει να γνωστοποιηθούν και να αποκτήσουν πολιτική χροιά. Οι οργανωτικές αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Αυτό θα πρέπει να είναι δεδομένο ανεξάρτητα αν ή όχι τα κτίρια είναι κατειλημμένα, έχοντας υπόψη τη μεγάλη ποικιλία των συνθηκών που βιώνουν οι φοιτητές/τριες. Εκτός από τον υψηλότερο κίνδυνο που υφίστανται οι άνθρωποι από χρωματικές κοινότητες (communities of color), πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη κάθε τύπου κινητοποίηση, οι φοιτητές/τριες που δεν μπορούν να υποστηριχθούν οικονομικά αν συλληφθούν είτε επειδή έχουν παιδιά, οικογένειες που εξαρτώνται από την παρουσία τους, είτε έχουν κάποια ασθένεια και αναπηρίες που τους εμποδίζει να συμμετέχουν σε συγκεκριμένου τύπου δράσεις. Αυτά είναι ζητήματα κυρίαρχης σημασίας σε ένα κίνημα, και αφορούν όλους τους φοιτητές/τριες. Η ετοιμότητα για την προστασία εκείνων που αντιμετωπίζουν τις σκληρότερες συνέπειες και αναλαμβάνουν διαφορετικού τύπου πρωτοβουλίες είναι ένα μέτρο δύναμης και σοβαρότητας ενός κινήματος και ταυτόχρονα χωρίς να υποτιμάται το γεγονός ότι οι καταστάσεις πάλης είναι πάντα εξαιρετικά ρευστές και διαρκώς μεταβαλλόμενες. Και εκείνοι/ες που ίσως δεν συμμετείχαν χθες μπορεί να είναι οι πρώτοι/ες που θα καταλάβουν κάποιο κτίριο αύριο.

Maya Gonzalez & Caitlin Manning: Από την Καλιφόρνια έως και τη Νέα Υόρκη, οι γυναίκες αναγνωρίζουν πως υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα σχετικά με τις έμφυλες σχέσεις εντός του κινήματος. Παρά την ενεργή τους συμμετοχή, πολλές αισθάνονται περιθωριοποιημένες, έχουν έλλειψη αυτοπεποίθησης κατά τις συλλογικές διεργασίες και τοποθετήσεις, αισθάνονται περιορισμένες όταν πρόκειται να εκφραστούν και να μιλήσουν για τις εαυτές τους. Σε μερικές περιπτώσεις, έχουν απομακρυνθεί λόγω σεξιστικών ή αρρενωπών δειγμάτων λόγου και συμπεριφοράς (όπως στο “Direct Action as Feminist Practice”). Ως γυναίκες, αυτό μάς άφησε έκπληκτες. Έπειτα από δεκαετίες φεμινιστικών αγώνων διάφορων ειδών, βρισκόμαστε τώρα – και πάλι, βέβαια – να νιώθουμε τόσο την ανάγκη δημιουργίας φεμινιστικών ομάδων, όσο και να βρούμε συλλογικές μεθόδους προς αντιμετώπιση της πατριαρχίας. Βρίσκουμε τις εαυτές μας να αγωνίζονται για την προσέγγιση χώρων που δεν περιμέναμε να είναι τόσο καλά περιφραγμένοι. Ως ποιο σημείο διαφέρει η εμπειρία μας από, και ως ποιο σημείο συγκλίνει με, τη δικιά σου κατά τη δεκαετία του ‘70; Τι μπορεί να διδαχθεί για το παρελθόν βάσει των σημερινών μας εμπειριών, και αντιστρόφως;

Silvia Federici: Η διαμόρφωση των έμφυλων σχέσεων στο φοιτητικό κίνημα διαφέρει αρκετά από εκείνο των δεκαετιών του ‘60 και του ‘70. Οι φοιτήτριες έχουν μακράν περισσότερη δύναμη από τις γυναίκες της γενιάς μου καθολικά. Αποτελούν την πλειονότητα στις περισσότερες αίθουσες διδασκαλίας και προετοιμάζονται για μια ζωή αυτονομίας και χειραφέτησης, αυτονομίας τουλάχιστον απέναντι από τους άνδρες, αν όχι και από το κεφάλαιο. Όμως οι σχέσεις με το ανδρικό φύλο είναι περισσότερο αμφίλογες και ασαφείς. Η αυξημένη ισότητα αποκρύπτει το γεγονός πως πολλά από τα θέματα που το γυναικείο κίνημα έχει θέσει, δεν έχουν επιλυθεί, ειδικότερα όσον αφορά το ζήτημα της αναπαραγωγής. Αποκρύπτεται το γεγονός πως δεν ασχολούμαστε συλλογικά σε ένα κοινωνικά μεταμορφωτικό έργο, όπως και ότι, λόγω της προόδου του νεοφιλελευθερισμού, συνέβη μια επανα-αρρενοποίηση της κοινωνίας. Η σκληρή, αρρενωπή γλώσσα του “We are the Crisis”, το προλογικό κείμενο του “After the Fall”, αποτελεί ένα πολύτιμο παράδειγμα αυτού τού φαινομένου. Κατανοώ πλήρως γιατί πολλές γυναίκες αισθάνονται απειλημένες παρά ενθαρρυμένες διαβάζοντας ή ακούγοντάς το. Η παρακμή του φεμινισμού ως ένα κοινωνικό κίνημα σήμαινε, εξάλλου, ότι η εμπειρία της συλλογικής οργάνωσης γύρω από γυναικεία ζητήματα παραμένει άγνωστη σε πολλές σπουδάστριες και πως η καθημερινότητα έχει απολιτικοποιηθεί. Ποιες προτεραιότητες πρέπει να επιλεχθούν, πώς να εξισορροπηθεί η εργασία με την αναπαραγωγή των οικογενειών μας, ώστε (μαθαίνοντας από τα βιώματα των μαύρων γυναικών) να κρατήσουμε κάτι από τις εαυτές μας ως προσωπικό απόθεμα, πώς να αγαπάμε και να ζούμε τη σεξουαλικότητά μας – όλα αυτά είναι ερωτήματα που οι γυναίκες σπουδάστριες πρέπει να απαντήσουν μεμονωμένα, εκτός ενός πολιτικού πλαισίου, και αυτό αποτελεί μια πηγή αδυναμίας στις σχέσεις τους με τους άνδρες. Υπολογίστε και το γεγονός πως η ακαδημαϊκή ζωή, κυρίως στο μεταπτυχιακό επίπεδο, δημιουργεί ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο εκείνες που διαθέτουν λιγότερο χρόνο για πνευματικό έργο περιθωριοποιούνται αμέσως, και η ευγλωττία και η θεωρητική πολυπλοκότητα συχνά παρερμηνεύονυαι ως μέγεθος μέτρησης πολιτικής δέσμευσης. Ένα καίριο μάθημα που μπορούμε να λάβουμε από το παρελθόν είναι ότι κατά την παρουσία ανισοτήτων εξουσίας, οι γυναίκες πρέπει να οργανωθούν αυτόνομα, ακόμη και ώστε να μπορούν να κατονομάσουν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν και να αποκτήσουν το απαιτούμενο σθένος για να εκφράσουν τη δυσαρέσκεια και τις επιθυμίες τους. Στη δεκαετία του '70, είδαμε σαφώς ότι δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε για τα θέματα που μας απασχολούν υπό την παρουσία ανδρών. Όπως οι συγγραφείς της "Direct Action as Feminist Practice" γράφουν τόσο έντονα, δεν χρειάζεται να "σιγήσετε", οι διάφοροι σχηματισμοί και τρόποι καταμερισμού της δύναμης που κλέβουν τη φωνή μας αφαιρούν την ικανότητά μας να κατονομάσουμε τη συγκεκριμένη λειτουργία αυτής της δύναμης. Το πώς επιτυγχάνεται η αυτονομία μπορεί να ποικίλει. Δεν πρέπει να σκεφτόμαστε την αυτονομία με όρους μόνιμων ξέχωρων δομών. Αντιλαμβανόμαστε τώρα ότι μπορούμε να δημιουργήσουμε κινήματα μέσα σε κινήματα, και αγώνες μέσα σε αγώνες, αλλά η έκκληση για ενότητα ενόψει εσωτερικών, ενδοκινηματικών συγκρούσεων είναι πολιτικά καταστροφική. Αυτό που μπορούμε να μάθουμε από το παρελθόν είναι ότι με την κατασκευή προσωρινών αυτόνομων φεμινιστικών χώρων μπορούμε να συντρίψουμε την ψυχολογική εξάρτηση από τους άνδρες, να επικυρώσουμε την εμπειρία μας, να οικοδομήσουμε έναν λόγο-αντίλογο και να θέσουμε νέους κανόνες - όπως την ανάγκη να εκδημοκρατίσουμε τη γλώσσα και να μην τη μετατρέψουμε σε ένα μέσο αποκλεισμού. Είμαι πεπεισμένη ότι η συγκρότηση ως γυναίκες και ως φεμινίστριες είναι μια θετική στροφή, μια προϋπόθεση για την υπέρβαση της περιθωριοποίησης . Για ακόμη μια φορά, οι γυναίκες στο φοιτητικό κίνημα δεν πρέπει να αφήνουν το φόβο του διχασμού να τις εκφοβίσει. Η δημιουργία αυτόνομων χώρων, χωρίς αυτοί να είναι διαχωριστικοί, είναι απαραίτητη για να φέρουμε στην επιφάνεια το πλήρες φάσμα εκμεταλλευτικών σχέσεων από τις οποίες είμαστε φυλακισμένες και εκθέτουν ανισότητες εξουσίας που χωρίς αμφισβήτηση θα οδηγήσουν το κίνημα στην αποτυχία.

Maya Gonzalez and Caitlin Manning: Κατά την κατασκευή φεμινιστικών αποκρίσεων στις τρέχουσες δυσκολίες μας, έχουμε επανειλημμένα ασχοληθεί με κάποιες απογοητευτικές, αν και ευχάριστες, στιγμές ταύτισης - στιγμές που μιλάμε “σαν γυναίκες", για παράδειγμα, ή όταν βρήκαμε γυναικείες ομάδες ανάγνωσης. Πώς πρέπει να σκεφτούμε τέτοιες στιγμές, ειδικά υπό το πρίσμα των πρόσφατων παρεμβάσεων στη φεμινιστική θεωρία, οι οποίες τονίζουν τις πολλαπλές θλάσεις που διασχίζουν την υποτιθέμενη συλλογικότητα των «γυναικών», ή που επιμένουν στην αστάθεια και την μεταβλητότητα των ταυτοτήτων φύλου; Τι μπορεί να προκύψει από τέτοια γεγονότα ταύτισης; Ποια υπόσχεση μπορεί να περιέχουν; Τι κίνδυνο;

Silvia Federici: Πρέπει να ξεκινήσω δηλώνοντας ότι δεν έχω απορρίψει ποτέ από το θεωρητικό και πολιτικό πλαίσιό μου την έννοια των "γυναικών". Για μένα, οι "γυναίκες" είναι μια πολιτική κατηγορία, χαρακτηρίζουν ένα συγκεκριμένο μέρος στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας και ένα πεδίο ανταγωνιστικών σχέσεων όπου η στιγμή της ταυτότητας υπόκειται σε συνεχή αλλαγή και αμφισβήτηση. Σαφώς, οι "γυναίκες" είναι μια έννοια που εμείς πρέπει θέσουμε ως ζήτημα, να το αποσταθεροποιήσουμε και να το ανασυγκροτήσουμε μέσα από τους αγώνες μας. Ανέκαθεν επέμενα στα γραπτά μου ότι είναι θέμα προτεραιότητας για τις φεμινίστριες να αντιμετωπίζουν τις υπαρκτές διαφορές και ιεραρχίες της εξουσίας μεταξύ των γυναικών, ξεκινώντας από τη σχέση εξουσίας που καθορίζεται από το νέο διεθνή καταμερισμό της αναπαραγωγικής εργασίας. Αλλά στο βαθμό που το φύλο εξακολουθεί να δομεί τον κόσμο, στο βαθμό που η καπιταλιστική υποτίμηση του αναπαραγωγικού έργου μεταφράζεται σε υποτίμηση των γυναικών, δεν μπορούμε να απορρίψουμε αυτή την κατηγορία, αν όχι με το τίμημα να μετατρέψουμε μεγάλες περιοχές κοινωνικής ζωής σε ουσιαστικά ακατανόητες, και να χάσουμε ένα πολύτιμο έδαφος συλλογικής αντίστασης στον καπιταλισμό. Η ταύτιση ως γυναίκες εμπεριέχει τη δυνατότητα της κατανόησης της προέλευσης, των μεθόδων και της πολιτικής των μηχανισμών αποκλεισμού και περιθωριοποίησης, που πολλές γυναίκες σπουδάστριες αποδεδειγμένα βίωσαν κατά την άνθιση και το “άνοιγμα” (σ.μ.: ως και προς το γυναικείο φύλο) των επαγγελμάτων στην Καλιφόρνια και τη Νέα Υόρκη. Πρόκειται για μια έρευνα που μας επιτρέπει να αποκρυπτογραφήσουμε γιατί και πώς η αρσενική κυριαρχία στηρίζει τη δομή της εξουσίας, όπως και να φέρουμε στην επιφάνεια έναν κόσμο εμπειριών που διαφορετικά θα παρέμεναν αόρατες και ανώνυμες. Αναγνωρίζοντας αυτές τις πτυχές της εμπειρίας των γυναικών που αποτελούν ένα έδαφος υποταγής στους άνδρες, ενώ ταυτοχρόνως αντιμετωπίζοντας τις διαφορές της εξουσίας μεταξύ των ίδιων των γυναικών είναι σήμερα, όπως και στο παρελθόν, μία από τις κύριες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι φεμινίστριες και ακτιβίστριες σε κάθε κοινωνικό κίνημα . Την ίδια στιγμή, η ταύτιση εμπεριέχει πολλούς κινδύνους. Το πιο ύπουλο, ίσως, είναι η εξιδανίκευση των σχέσεων με τις γυναίκες, που μας εκθέτει στις πιο μεγάλες απογοητεύσεις . Πρόκειται για ένα πρόβλημα στο οποίο οι γυναίκες της γενιάς μου ήταν ιδιαίτερα ευάλωτες, καθώς ο φεμινισμός μάς εμφανίστηκε αρχικά ως το έδαφος υποσχέσεων, η πολυπόθητη στέγη, ως ένας προστατευτικός χώρος στον οποίο τίποτα το αρνητικό θα μπορούσε ποτέ να μας επηρεάσει. Ανακαλύψαμε ότι το πολιτικό έργο με γυναίκες, ως γυναίκες, δεν μας απαλλάσσει από τους αγώνες ισχύος και τις πράξεις «προδοσίας» που τόσο συχνά συναντήσαμε σε ανδροκρατούμενες ομάδες και οργανώσεις. Συναντάμε κινήματα με όλες τις πληγές που η ζωή μέσα στον καπιταλισμό αποτυπώνει στο σώμα και τις ψυχές μας, και το γεγονός πως εργαζόμαστε ανάμεσα σε γυναίκες και με γυναίκες δε σημαίνει πως αυτές αυτομάτως εξαφανίζονται . Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι να ξεφύγουμε από τον φεμινισμό. Το θέμα του σεξ και του φύλου αποτελεί ένα αναντικατάστατο μάθημα. Δεν μπορούμε να εναντιωθούμε σε ένα σύστημα που έχει οικοδομήσει την ισχύ του, σε ένα σπουδαίο βαθμό, στη φυλετική και έμφυλη διαίρεση, ως άυλα, καθολικά υποκείμενα. Το ερώτημα μάλλον είναι ποιες μορφές οργάνωσης και μέσα ευθυνών μπορούμε να χτίσουμε, που να μπορούν να αποτρέψουν την αναπαραγωγή των διαφορών εξουσίας μεταξύ μας στην πάλη μας.

Maya Gonzalez & Caitlin Manning: Όπως γνωρίζετε, σχετικά με το φύλο, τα ζητήματα που έχουμε αντιμετωπίσει φαίνεται πως είναι έντονα στους εξεγερτικούς ή "επαγγελματικούς" κύκλους. Μπορούμε να τοποθετήσουμε αυτήν την τάση στην ιστορία μίας παραδοσιακά ανδροκρατούμενης ριζοσπαστικής Αριστεράς; Πώς μερικές από τις πρόσφατες φεμινιστικές παρεμβάσεις αποτελούν κομμάτι της ιστορίας των γυναικείων επανακτήσεων των ριζοσπαστικών πολιτικών και τακτικών;

Silvia Federici: Μπορώ μόνο να διατυπώσω κάποια υπόθεση, καθώς η γνώση μου για την "επαγγελματική πολιτική" προέρχεται κυρίως από την ανάγνωση του “After the Fall”. Θα ξεκινήσω, λοιπόν, επισημαίνοντας ότι η κατάληψη κτιρίων, ως τακτική, έχει μακρά παράδοση στην ιστορία της πάλης παγκοσμίως. Η θρυλική απεργία του 1937 στο Φλιντ του Μίσιγκαν ήταν μια "καθιστική" απεργία. Η αναβίωση του ιθαγενούς αμερικανικού κινήματος στη δεκαετία του 1960 ξεκίνησε με την κατάληψη του Αλκατράζ. Και σήμερα, οι φοιτητές/τριες ανά τον κόσμο ασχολούνται με «επαγγέλματα» ώστε να κάνουν ορατές τις διαμαρτυρίες τους και να αποτρέψουν τις συνήθεις πρακτικές να κυριαρχήσουν . Το πρόβλημα, κατά τη γνώμη μου, είναι όταν αυτές οι δράσεις καταλήγουν σε αυτοσκοπό, οι οποίες διεξάγονται με έμμεσες ή άμεσες δηλώσεις όπως “Η κρίση είμαστε εμείς” και “για κανένα λόγο ("we are the crisis”,“for no reason”). Διότι, στην περίπτωση αυτή, ελλείψει αντικειμενικού στόχου, αυτό που συμβαίνει στο προσκήνιο τείνει να είναι η δοξασία της ανάληψης ρίσκου. Το ευρύτερο ερώτημα είναι η επιμονή του σεξισμού στη σημερινή ριζοσπαστική πολιτική: αυτό οφείλεται στο γεγονός πως, όπως στη δεκαετία του ‘60, η ριζοσπαστική πολιτική εξακολουθεί να αναπαράγει την έμφυλη διάκριση της εργασίας, με έμφυλες ιεραρχίες και μηχανισμούς του αποκλεισμού, αντί να τον ανατρέπει. Αδιαμφισβήτητα έχουμε να κάνουμε με μια διαφορετική κατάσταση από εκείνη που είχε περιγράψει η Marge Piercy στο “The Grand Coolie Damn”, το οποίο παρουσίαζε το ρόλο των γυναικών σε ένα αντιπολεμικό κίνημα, όπως εκείνο των πολιτικοποιημένων νοικοκυρών. Όμως αυτό που έχει επιτευχθεί είναι μια κατάσταση επίσημης ισότητας που κρύβει τη διαρκή υποτίμηση αναπαραγωγικών δραστηριοτήτων στο περιεχόμενο, στόχων και λεπτομερειών της ριζοσπαστικής εργασίας. Σημαντικά ζητήματα όπως η ανάγκη για παιδική μέριμνα, η βία των ανδρών κατά των γυναικών, η ευρύτερη ευθύνη των γυναικών για την αναπαραγωγική εργασία, τι αποτελεί γνώση και οι συνθήκες παραγωγής της, εξακολουθούν να μην αποτελούν σημαντικό μέρος του ριζοσπαστικού λόγου. Αυτή είναι η υλική βάση των σεξιστικών συμπεριφορών . Χρειαζόμαστε ένα ριζοσπαστικό κίνημα που θέτει προγραμματικά στο κέντρο του αγώνα του την εξάλειψη των κοινωνικών ανισοτήτων και την εξάλειψη των διαιρέσεων μεταξύ παραγωγής και αναπαραγωγής, του σχολείου και του σπιτιού, του σχολείου και της κοινότητας, που είναι εγγενείς στον καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας. Ελπίζω πως δε θα κατηγορηθώ για έμφυλη προκατάληψη αν πω ότι είναι πάνω απ’ όλα το καθήκον των γυναικών να διασφαλίσουν πως θα συμβεί αυτό. Η απελευθέρωση αρχίζει στο σπίτι, όταν εκείνες που καταπιέζονται παίρνουν το πεπρωμένο τους στα χέρια τους. Η αμφισβήτηση του σεξισμού και του ρατσισμού δεν μπορεί να αναμένεται από εκείνους που επωφελούνται από αυτούς τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, αν και οι άνδρες δεν πρέπει να απαλλάσσονται από την ευθύνη της αντίκρουσης άδικων σχέσεων. Με άλλα λόγια, δε θα έπρεπε να αναμένουμε κάτι τέτοιο, επειδή βρισκόμαστε σε μια ριζική λειτουργία, οι δυνάμεις που σχηματίζουν τις σχέσεις ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες στο ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο δε θα επηρεάσει την πολιτική μας. Για αυτό το λόγο, παρά το άλμα του ποσοστού των γυναικών φοιτητριών στις ακαδημαϊκές αίθουσες, οι όροι της γυναικείας παρουσίας στις πανεπιστημιουπόλεις και τις ριζοσπαστικές ομάδες δεν έχει αλλάξει ποιοτικά. Εκείνο που έχει κυριαρχήσει, αντ’ αυτού, είναι η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία της ίσης ευκαιρίας, πράγμα που έχει επικυρώσει τις έμφυλες και φυλετικές ιεραρχίες στο όνομα της αξίας και του προτερήματος, και έχει προβεί στην αξιοποίηση των κοινωνικών ιδιοτήτων που είναι αναγκαίες για τον ανταγωνισμό στην αγορά εργασίας. Αυτά είναι όλα, βασικά, τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά της ανδροπρέπειας: αυτοπροβολή, επιθετικότητα, ικανότητα να κρύβεται η προσωπική ευπάθεια. Οπωσδήποτε, πρέπει να σημειωθεί ότι η ριζοσπαστική πολιτική δεν μπορεί να πετύχει αν δεν αμφισβητήσουμε την ύπαρξη αυτών των στάσεων μέσα μας. Είναι καιρός, λοιπόν, το ευρύτερο μετασχηματιστικό όραμα που προήγαγε ο φεμινισμός - τουλάχιστον στην αρχική ριζοσπαστική του φάση, προτού ενταχθεί σε μια νεοφιλελεύθερη/ θεσμική ατζέντα – να αναζωογονηθεί. Αυτή τη φορά, ωστόσο, πρέπει να αγωνιστούμε για την εξάλειψη όχι μόνο των έμφυλων ιεραρχιών αλλά όλων των άνισων σχέσεων εξουσίας στον εκπαιδευτικό χώρο, επαναπροσδιορίζοντας επίσης τι είναι γνώση, ποιος είναι ένας παραγωγός γνώσης, και πώς μπορεί η πνευματική εργασία να υποστηρίξει έναν απελευθερωτικό αγώνα αντί να λειτουργεί ως μέσο κοινωνικής διάσπασης.