jep  Jan.27.2014

 

 Πολλές φορές τυχαίνει να δεις κάποια ταινία η οποία θα σε ταλαιπωρεί για πολύ καιρό. Είτε λόγω της αισθητικής της ομορφιάς,  είτε για την πρωτοτυπία της είτε γιατί δημιουργήθηκε με σκοπό να σε βάλει σε σκέψεις. Για κάποιον που ο κινηματογράφος αποτελεί κάτι παραπάνω από απλά έναν τρόπο ψυχαγωγίας, η αναζήτηση τέτοιων ταινιών γίνεται επιτακτική.

  Μία ταινία που ανήκει σε αυτήν την κατηγορία είναι το Dogville του Lars von Trier. Αυτό που κάνει ξεχωριστή αυτή την  ταινία είναι ο διφορούμενος χαρακτήρας της, απαλλαγμένη από κάθε είδους διδακτικό τόνο δεν προσπαθεί να εκμαιεύσει κάποιο συμπέρασμα επιδεικνύοντας το σωστό, αλλά προσπαθεί να κάνει το θεατή να σκεφτεί, παίζοντας πολύ συχνά με τα όρια της βίας, της αυτοδικίας αλλά και της υπερβολικής κατανόησης-ανθρωπιάς που μπορεί να οδηγήσει και σε μία κατάσταση εθελοδουλίας.

  Το dogville( ταινία του 2003), λόγο του εξαιρετικά πολύπλευρου νοήματός του, έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει και να προβληματίσει σημαντικά αυτόν που θα επιλέξει να το δει. Θεωρώντας ως δεδομένο ότι κάποιος έχει δει την ταινία προχωρούμε και στην παρακάτω ανάλυση. Ο Τρίερ μέσα από αυτή την ταινία προσπαθεί να στηλιτεύσει την αμερικάνικη κοινωνία την εποχή του μεσοπολέμου, την απληστία, τη μνησικακία, την ξενοφοβία, τον υποκριτικό ηθικισμό και πουριτανισμό και την  ακραία εκμετάλλευση που αποτελούν χαρακτηριστικά της κοινωνίας που μας περιγράφει, σου δημιουργεί την εντύπωση ότι  όλοι είναι ικανοί για όλα. Αυτά τα χαρακτηριστικά  είναι διαχρονικά και εμφανίζονται ακόμα και σήμερα τόσο στην αμερικάνικη κοινωνία όσο και σχεδόν σε όλες τις κοινωνίες παγκοσμίως. Αυτό που πολλοί θεώρησαν ως εμπάθεια του Τρίερ απέναντι στην Αμερική μπορεί να μεταφραστεί ορθότερα ως το πώς αναπτύσσεται μία κοινωνία κάτω από ορισμένες συνθήκες.

 Με το που αρχίζει η ταινία εντύπωση μας κάνει η επιλογή των σκηνικών. Πρόκειται για μία θεατρική παράσταση προσαρμοσμένη στον κινηματογράφο. Λιτά έως και ανύπαρκτα σκηνικά, ελάχιστα αντικείμενα (μόνο αυτά που διαδραματίζουν κάποιο ρόλο στην ταινία), νοητές πόρτες, τοίχοι, ζωγραφισμένοι με κιμωλία δρόμοι. Ένα θεατρικό σκηνικό μεταφερμένο στο σινεμά. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο της ταινίας είναι και οι ερμηνείες των ηθοποιών, αποστασιοποιημένοι από το χαρακτήρα που ερμηνεύουν, ακολουθούν εμφανώς μία μέθοδο προσέγγισης του ρόλου τους αντιθετική ως προς το σύστημα Στανισλάφσκι. Αποφεύγεται η χρήση σωματικών και φωνητικών μέσων με στόχο την εκδήλωση συναισθημάτων, οι ηθοποιοί είναι όσο το δυνατόν περισσότερο αποξενωμένοι από το ρόλο τους και γενικά παρατηρούμε μία λιτή και χωρίς πολλά εκφραστικά μέσα ερμηνεία. Η επιλογή αυτή της μεθόδου εξυπηρετεί, πρώτον να μην στραφεί η προσοχή του θεατή μακριά από την πλοκή του έργου και δεύτερον στο να μην επηρεαστεί ο θεατής από την ερμηνεία των ηθοποιών και να μπορέσει χωρίς καμία εξωτερική παρέμβαση να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Και κάπου εδώ έρχεται και το σημαντικότερο στοιχείο της ταινίας. Ο Τρίερ όντας κυνικός και απογοητευμένος από την ανθρωπότητα, ίσως και μισάνθρωπος, εστιάζει σε όλα εκείνα τα στοιχεία του ανθρώπου που τον έχουν αποκτηνώσει. Και κάπου εκεί, όταν σταματάει η κατανόηση και η συνεχής δικαιολόγηση του ανθρώπου έρχεται και η τιμωρία. Τα ερωτήματα που υπάρχουν στο τέλος της ταινίας είναι, 1) διάφορες συνθήκες (πχ. Φτώχεια, έλλειψη πνευματικής καλλιέργειας κ.α) επηρεάζουν την εξέλιξη των ανθρώπων σε συλλογικό και ατομικό επίπεδο, αλλά ακόμη και κάτω από δυσμενείς συνθήκες οι άνθρωποι κάνουν το καλύτερο που μπορούν; Και 2) η τιμωρία που φαντάζει ως η λογική συνέπεια της αποκτήνωσης των ανθρώπων, μπορεί να έχει αποκλειστικά θετικό πρόσημο ή μπορεί και εύκολα να οδηγήσει σε κάποιον απόλυτο και επικίνδυνο μηδενισμό;

Ξεκάθαρη απάντηση ίσως να μπορεί να δοθεί μόνο στο πρώτο ερώτημα. Όχι , τις περισσότερες φορές οι άνθρωποι δεν κάνουν το καλύτερο που μπορούν, αντίθετα τις περισσότερες φορές δείχνουν τον χειρότερο τους εαυτό. Ο άνθρωπος δεν σταματά να σπαταλά τις ευκαιρίες που του δίνονται και κάθε φορά αποδεικνύεται κατώτερος των  περιστάσεων. Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα μόνο σε σκέψεις μπορεί να οδηγήσει και όχι σε απαντήσεις. Όσο καλοπροαίρετος αν είναι ένας άνθρωπος και επιλέγει να βλέπει τα καλά στοιχεία στους άλλους δικαιολογώντας  ταυτόχρονα την κάθε πράξη τους, κάποια στιγμή έρχεται και η δικαιολογημένη οργή. Η τιμωρία μέσα από την αυτοδικία σε ορισμένες περιπτώσεις έρχεται ως λογικό επακόλουθο και φαντάζει ως η πράξη απόλυτης δικαιοσύνης, και ίσως να είναι. Από την άλλη η επιλογή της μη δικαιολόγησης και η χρήση της αυτοδικίας μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε απόλυτες λογικές, εκεί που η τιμωρία και η αυτοδικία δεν εξυπηρετούν καμία δικαιοσύνη αλλά έχουν ως στόχο τους την επιβολή. Ο Τρίερ στο dogville παίζει συνειδητά με αυτά τα όρια, αποφεύγοντας ωστόσο, στο μέτρο του δυνατού, να είναι απόλυτος, αποκλειστικός του  στόχος  να μας βάλει σε σκέψεις. Πού τοποθετεί ο καθένας τα όρια; Πότε δικαιολογείτε η τιμωρία;

  Έχει υποστηριχτεί η άποψη ότι ο Νίτσε μέσα από τα έργα του επηρέασε τον Χίτλερ και ότι το dogville του Trier ήταν η ταινία που επηρέασε τον Μπρέιβικ. Κατά πόσο όμως ο δημιουργός ενός έργου με στοχασμούς πάνω στην δικαιοσύνη, στην αποκτήνωση του ανθρώπου, στην τιμωρία και στην ελευθερία μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος για τη στρεβλή μετάφρασή του και οικειοποίηση του έργου του από ψυχοπαθείς και φασίστες; Σίγουρα καθόλου, απλά σημασία έχει να μπορούμε να αντιληφθούμε το πόσο δυσδιάκριτα είναι τα όρια που αφορούν έννοιες όπως η δικαιοσύνη, η αυτοδικία και η τιμωρία, κάτι που ο Trier στην συγκεκριμένη προσπάθεια θέλησε έμμεσα να μας δείξει.

  Αν κάποιος αναρωτηθεί πως προέκυψε μία ανάλυση για μία ταινία που γυρίστηκε πριν 11 χρόνια, καλά θα κάνει να αναρωτηθεί πόσο επίκαιρο και αναγκαίο είναι να αναρωτηθούμε για αυτές τις έννοιες σε μία εποχή σαν τη σημερινή.

.